Αρχική σελίδα » Πολυγλωσσία » ΕΚΜΑΘΗΣΗ ΞΕΝΗΣ ΓΛΩΣΣΑΣ ΣΕ ΠΑΙΔΙΚΗ ΗΛΙΚΙΑ

ΕΚΜΑΘΗΣΗ ΓΛΩΣΣΩΝ ΑΠΟ ΤΗΝ ΠΑΙΔΙΚΗ ΗΛΙΚΙΑ

Σύμφωνα με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή η εκμάθηση ξένων γλωσσών από την παιδική ηλικία συμβάλλει αφενός στην ανάπτυξη θετικών στάσεων απέναντι σε διαφορετικούς πολιτισμούς και γλώσσες, αφετέρου θέτει τα θεμέλια για την εκμάθηση γλωσσών και κατά τη διάρκεια της ενήλικης ζωής των μαθητών. Στο πλαίσιο, λοιπόν, της στρατηγικής της Λισσαβόνας που εγκρίθηκε από το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο τον Μάρτιο του 2000, οι υπουργοί παιδείας της ΕΕ έθεσαν ως στόχο, μεταξύ άλλων, την εκμάθηση ξένων γλωσσών από την παιδική ηλικία. Από το 2002, στη συνάντηση των Αρχηγών των κρατών μελών και Κυβερνήσεων της ΕΕ στη Βαρκελώνη αναγνωρίστηκε η ανάγκη για περαιτέρω δράση προκειμένου να βελτιωθούν οι βασικές γλωσσικές δεξιότητες των μαθητών, κυρίως μέσα από τη διδασκαλία τουλάχιστον δυο ξένων γλωσσών σε μικρή ηλικία.

Το σχέδιο δράσης για την προώθηση της εκμάθησης γλωσσών και της γλωσσικής πολυμορφίας (Μέρος 1 1.1 - Προγράμμα «Εκπαίδευση και κατάρτιση 2010») αναφέρει ότι:

  • Η εξασφάλιση της αποτελεσματικής εκμάθησης γλωσσών στα νηπιαγωγεία και στην πρωτοβάθμια εκπαίδευση αποτελεί προτεραιότητα για τα κράτη μέλη, διότι εκεί κυρίως διαμορφώνεται η στάση των ανθρώπων απέναντι σε άλλες γλώσσες και πολιτισμούς και εκεί τίθενται τα θεμέλια για την εκμάθηση άλλων γλωσσών αργότερα. [...] Άτομα που μαθαίνουν γλώσσες σε νεαρή ηλικία συνειδητοποιούν τις δικές τους πολιτιστικές αξίες και επιρροές και υιοθετούν έτσι περισσότερο ανοικτή στάση και ενδιαφέρον προς τους άλλους. [...]
  • Ωστόσο, στο στρατηγικό πλαίσιο για την πολυγλωσσία (Μέρος 11.1.3) αναφέρεται ότι η εκμάθηση ξένων γλωσσών σε πολύ νεαρή ηλικία προσφέρει πλεονεκτήματα μόνον εφόσον οι διδάσκοντες είναι ειδικά καταρτισμένοι στη διδασκαλία ξένων γλωσσών σε πολύ μικρά παιδιά, εφόσον οι τάξεις είναι αρκετά μικρές, εφόσον υπάρχει το κατάλληλο διδακτικό υλικό και εφόσον αφιερώνεται επαρκής χρόνος στο αναλυτικό πρόγραμμα για τη διδασκαλία των ξένων γλωσσών.
  • Συνεπώς, η εκμάθηση ξένων γλωσσών από την παιδική ηλικία προϋποθέτει τον ενισχυμένο ρόλο του εκπαιδευτικού ως κεντρικού διαμορφωτή της μαθησιακής εξέλιξης των παιδιών. Συνοπτικά, ο εκπαιδευτικός που επιτελεί το έργο του με επιτυχία διαθέτει όχι μόνο επάρκεια στο γνωστικό του αντικείμενο αλλά επίσης γνώση και εμπειρία στη διαχείριση της διδασκαλίας στη  πρωτοβάθμια εκπαίδευση. Αποτελεί ουσιαστικά τη βασική πηγή επαφής με την ξένη γλώσσα, εισαγάγει τη διαπολιτισμική διάσταση της εκμάθησης ξένων γλωσσών στους μαθητές και μέσα από τη διδακτική προσέγγιση που εφαρμόζει «χτίζει» στρατηγικές εκμάθησης της ξένης γλώσσας. Ιδιαιτέρως όμως ο εκπαιδευτικός θα πρέπει να αναλύει τις ανάγκες και τις δυνατότητες των νεαρών μαθητών συμπεριλαμβανομένου του επιπέδου κατάκτησης της μητρικής γλώσσας.